παρείσφρηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παρεισφρέω Βικιλεξικό
- με την πολεμική τους διάθεση χορτασμένη , μπορούν να επιτρέψουν την παρείσφρηση λίγης αισιοδοξίας στα λεγόμενά τους (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Ίσως την επόμενη φορά, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- Ο Ελβετός υπεύθυνος ασφαλείας που κρατούσε τη λίστα στα χέρια του δεν μπορούσε να κατανοήσει πως έγινε αυτή η παρείσφρηση στο κλειστό σύστημά τους (Αλέξανδρος Β. Σωτηράκης, Perfect Ten, εκδ. Πηγή, 2016)
Ετυμολογία
παρείσφρηση < παρεισφρέω + -ση < ελληνιστική κοινή παρεισφρέω < παρά + αρχαία ελληνική εἰσφρέω < εἰς + *φρέω < φρ- (μηδενική βαθμίδα του φέρω < πρωτοελληνική pʰérō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰer-: φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρείσφρηση | παρεισφρήσεις |
| Γενική | παρείσφρησης | παρεισφρήσεων |
| Αιτιατική | παρείσφρηση | παρεισφρήσεις |
| Κλητική | παρείσφρηση | παρεισφρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →