παρεισφρέω
•
- λόγιοεισέρχομαι με δόλο Βικιλεξικό
- λόγιοεισέρχομαι τυχαία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρεισφρέω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρεισφρέω < παρά (παρ- + αρχαία ελληνική εἰσφρέω < εἰς + *φρέω , παρεισφρέω < φρ- (μηδενική βαθμίδα του φέρω < πρωτοελληνική *pʰérō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰer- φέρω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρεισφρέω | παρεισφρέεις | παρεισφρέει | παρεισφρέουμε | παρεισφρέετε | παρεισφρέουν / παρεισφρέουνε |
| Παρατατικός | παρεισέφρεα | παρεισέφρεες | παρεισέφρεε | παρεισφρέαμε | παρεισφρέατε | παρεισέφρεαν / παρεισφρέαν / παρεισφρέανε |
| Αόριστος | παρεισέφρησα | παρεισέφρησες | παρεισέφρησε | παρεισφρήσαμε | παρεισφρήσατε | παρεισέφρησαν / παρεισφρήσαν / παρεισφρήσανε |
| Μέλλοντας | θα παρεισφρέω / θα παρεισφρήσω | θα παρεισφρέεις / θα παρεισφρήσεις | θα παρεισφρέει / θα παρεισφρήσει | θα παρεισφρέουμε / θα παρεισφρήσουμε | θα παρεισφρέετε / θα παρεισφρήσετε | θα παρεισφρέουν / θα παρεισφρέουνε / θα παρεισφρήσουν / θα παρεισφρήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρεισφρήσει | έχεις παρεισφρήσει | έχει παρεισφρήσει | έχουμε παρεισφρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρεισφρήσει | είχες παρεισφρήσει | είχε παρεισφρήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρεισφρήσει / να παρεισφρέω / να παρεισφρήσω | να έχεις παρεισφρήσει / να παρεισφρέεις / να παρεισφρήσεις | να έχει παρεισφρήσει / να παρεισφρέει / να παρεισφρήσει | να έχουμε παρεισφρήσει / να παρεισφρέουμε / να παρεισφρήσουμε | να παρεισφρέετε / να παρεισφρήσετε | να παρεισφρέουν / να παρεισφρέουνε / να παρεισφρήσουν / να παρεισφρήσουνε |
| Προστακτική | — | παρείσφρεε / παρείσφρησε | — | — | παρεισφρέετε / παρεισφρήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →