Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρεμποδίζω

ρήμα
•
  1. δημιουργώ ή παρεμβάλλω εμπόδιο σε κάτι (δι' έργου, ή λόγου, ή αξίωσης) Βικιλεξικό
    • Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)

Ετυμολογία

παρεμποδίζω < παρά + εμποδίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαρεμποδίζωπαρεμποδίζειςπαρεμποδίζειπαρεμποδίζουμεπαρεμποδίζετεπαρεμποδίζουν / παρεμποδίζουνε
Παρατατικόςπαρεμπόδιζαπαρεμπόδιζεςπαρεμπόδιζεπαρεμποδίζαμεπαρεμποδίζατεπαρεμποδίζαν / παρεμποδίζανε / παρεμπόδιζαν
Αόριστοςπαρεμπόδισαπαρεμπόδισεςπαρεμπόδισεπαρεμποδίσαμεπαρεμποδίσατεπαρεμποδίσαν / παρεμποδίσανε / παρεμπόδισαν
Μέλλονταςθα παρεμποδίζω / θα παρεμποδίσωθα παρεμποδίζεις / θα παρεμποδίσειςθα παρεμποδίζει / θα παρεμποδίσειθα παρεμποδίζουμε / θα παρεμποδίσουμεθα παρεμποδίζετε / θα παρεμποδίσετεθα παρεμποδίζουν / θα παρεμποδίζουνε / θα παρεμποδίσουν / θα παρεμποδίσουνε
Παρακείμενοςέχω παρεμποδίσειέχεις παρεμποδίσειέχει παρεμποδίσειέχουμε παρεμποδίσειέχετε παρεμποδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παρεμποδίσειείχες παρεμποδίσειείχε παρεμποδίσειείχαμε παρεμποδίσει——
Υποτακτικήνα έχω παρεμποδίσει / να παρεμποδίζω / να παρεμποδίσωνα έχεις παρεμποδίσει / να παρεμποδίζεις / να παρεμποδίσειςνα έχει παρεμποδίσει / να παρεμποδίζει / να παρεμποδίσεινα έχουμε παρεμποδίσει / να παρεμποδίζουμε / να παρεμποδίσουμενα έχετε παρεμποδίσει / να παρεμποδίζετε / να παρεμποδίσετενα παρεμποδίζουν / να παρεμποδίζουνε / να παρεμποδίσουν / να παρεμποδίσουνε
Προστακτική—παρεμπόδιζε / παρεμπόδισε——παρεμποδίζετε / παρεμποδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →