παρετυμολογώ
•
- γλωσσολογίαπροτείνω κάποια λανθασμένη ετυμολογία για μια λέξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρετυμολογώ < ελληνιστική κοινή παρετυμολογέω / παρετυμολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρετυμολογώ | παρετυμολογείς | παρετυμολογεί | παρετυμολογούμε | παρετυμολογείτε | παρετυμολογούν / παρετυμολογούνε |
| Παρατατικός | παρετυμολογούσα | παρετυμολογούσες | παρετυμολογούσε | παρετυμολογούσαμε | παρετυμολογούσατε | παρετυμολογούσαν / παρετυμολογούσανε |
| Αόριστος | παρετυμολόγησα | παρετυμολόγησες | παρετυμολόγησε | παρετυμολογήσαμε | παρετυμολογήσατε | παρετυμολογήσαν / παρετυμολογήσανε / παρετυμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα παρετυμολογήσω / θα παρετυμολογώ | θα παρετυμολογήσεις / θα παρετυμολογείς | θα παρετυμολογήσει / θα παρετυμολογεί | θα παρετυμολογήσουμε / θα παρετυμολογούμε | θα παρετυμολογήσετε / θα παρετυμολογείτε | θα παρετυμολογήσουν / θα παρετυμολογήσουνε / θα παρετυμολογούν / θα παρετυμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρετυμολογήσει | έχεις παρετυμολογήσει | έχει παρετυμολογήσει | έχουμε παρετυμολογήσει | έχετε παρετυμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρετυμολογήσει | είχες παρετυμολογήσει | είχε παρετυμολογήσει | είχαμε παρετυμολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρετυμολογήσει / να παρετυμολογήσω / να παρετυμολογώ | να έχεις παρετυμολογήσει / να παρετυμολογήσεις / να παρετυμολογείς | να έχει παρετυμολογήσει / να παρετυμολογήσει / να παρετυμολογεί | να έχουμε παρετυμολογήσει / να παρετυμολογήσουμε / να παρετυμολογούμε | να έχετε παρετυμολογήσει / να παρετυμολογήσετε / να παρετυμολογείτε | να παρετυμολογήσουν / να παρετυμολογήσουνε / να παρετυμολογούν / να παρετυμολογούνε |
| Προστακτική | — | παρετυμολόγει / παρετυμολόγησε | — | — | παρετυμολογήστε / παρετυμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →