παρετυμολογία
•
- γλωσσολογίαη λανθασμένη ετυμολογία μιας λέξης που βασίζεται σε συμπτωματικές ομοιότητες και όχι σε επιστημονική ανάλυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρετυμολογία, (μαρτυρείται από το 1874) < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική paretimologia < par(a) + etimologia Διαφορετική η ελληνιστική ή μεσαιωνική παρετυμολογία (ετυμολόγηση, απλή ετυμολογική αναφορά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρετυμολογία | παρετυμολογίες |
| Γενική | παρετυμολογίας | παρετυμολογιών |
| Αιτιατική | παρετυμολογία | παρετυμολογίες |
| Κλητική | παρετυμολογία | παρετυμολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →