παρθενογένεση
•
- η γέννηση ή η δημιουργία κάποιου οργανισμού χωρίς τη συμμετοχή του αρσενικού στην αναπαραγωγική διαδικασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάη δημιουργία απ’ το μηδέν, απ’ το τίποτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρθενογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική parthénogenèse < αρχαία ελληνική παρθένος + γένεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρθενογένεση | παρθενογενέσεις |
| Γενική | παρθενογένεσης | παρθενογενέσεων |
| Αιτιατική | παρθενογένεση | παρθενογενέσεις |
| Κλητική | παρθενογένεση | παρθενογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →