παρών
•
- που είναι παρών Βικιλεξικό
- οι παρόντες εξαιρούνται...
Ετυμολογία
παρών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρών, μετοχή ενεστώτα του ρήματος πάρειμι :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής παρών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρούσα / παρόντας / παρών / παρόν | παρούσες / παρόντες / παρόντα |
| Γενική | παρούσας / παρούσης / παρόντα / παρόντος / παρόντος | παρουσών / παρόντων / παρόντων |
| Αιτιατική | παρούσα / παρόντα / παρόν | παρούσες / παρόντες / παρόντα |
| Κλητική | παρούσα / παρόντα / παρών / παρόν | παρούσες / παρόντες / παρόντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →