παριστάνω
•
- αποδίδω μία έννοια ή ένα αντικείμενο με ένα σχέδιο ή ένα γλυπτό Βικιλεξικό
- υποκρίνομαι Βικιλεξικό
- υποκρίνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παριστάνω < ελληνιστική παριστάνω < αρχαία ελληνική παρίστημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →