Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραστατικός

/pa.ɾa.sta.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που παρουσιάζει κάτι εναργώς με ωραίο και ζωηρό τρόπο και γλαφυρό ύφος Βικιλεξικό
    • Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
  3. ουσιαστικοποιημένοπαραστατικό / παραστατικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραστατικός < ελληνιστική κοινή παραστατικός < αρχαία ελληνική παρίστημι < παρά + ἵστημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική descriptif )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραστατικόςπαραστατικήπαραστατικό
Γενικήπαραστατικούπαραστατικήςπαραστατικού
Αιτιατικήπαραστατικόπαραστατικήπαραστατικό
Κλητικήπαραστατικέπαραστατικήπαραστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραστατικοίπαραστατικέςπαραστατικά
Γενικήπαραστατικώνπαραστατικώνπαραστατικών
Αιτιατικήπαραστατικούςπαραστατικέςπαραστατικά
Κλητικήπαραστατικοίπαραστατικέςπαραστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →