παραστατικός
•
- που έχει σχέση με παράσταση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που παρουσιάζει κάτι εναργώς με ωραίο και ζωηρό τρόπο και γλαφυρό ύφος Βικιλεξικό
- Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
- ουσιαστικοποιημένοπαραστατικό / παραστατικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραστατικός < ελληνιστική κοινή παραστατικός < αρχαία ελληνική παρίστημι < παρά + ἵστημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική descriptif )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραστατικός | παραστατική | παραστατικό |
| Γενική | παραστατικού | παραστατικής | παραστατικού |
| Αιτιατική | παραστατικό | παραστατική | παραστατικό |
| Κλητική | παραστατικέ | παραστατική | παραστατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παραστατικοί | παραστατικές | παραστατικά |
| Γενική | παραστατικών | παραστατικών | παραστατικών |
| Αιτιατική | παραστατικούς | παραστατικές | παραστατικά |
| Κλητική | παραστατικοί | παραστατικές | παραστατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →