παρκάρω
•
- σταθμεύω όχημα Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
- άλλες μορφές: παρκέρνω (λαϊκότροπο)
Ετυμολογία
παρκάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική parcar(e) + -άρω < γαλλική parquer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρκάρω | παρκάρεις | παρκάρει | παρκάρουμε | παρκάρετε | παρκάρουν / παρκάρουνε |
| Παρατατικός | πάρκαρα | πάρκαρες | πάρκαρε | παρκάραμε | παρκάρατε | πάρκαραν / παρκάραν / παρκάρανε |
| Αόριστος | παρκάρισα | παρκάρισες | παρκάρισε | παρκαρίσαμε | παρκαρίσατε | παρκάρισαν / παρκαρίσαν / παρκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα παρκάρω / θα παρκαρίσω | θα παρκάρεις / θα παρκαρίσεις | θα παρκάρει / θα παρκαρίσει | θα παρκάρουμε / θα παρκαρίσουμε | θα παρκάρετε / θα παρκαρίσετε | θα παρκάρουν / θα παρκάρουνε / θα παρκαρίσουν / θα παρκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παρκαρίσει | έχεις παρκαρίσει | έχει παρκαρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρκαρίσει | είχες παρκαρίσει | είχε παρκαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρκαρίσει / να παρκάρω / να παρκαρίσω | να έχεις παρκαρίσει / να παρκάρεις / να παρκαρίσεις | να έχει παρκαρίσει / να παρκάρει / να παρκαρίσει | να παρκάρουμε / να παρκαρίσουμε | να παρκάρετε / να παρκαρίσετε | να παρκάρουν / να παρκάρουνε / να παρκαρίσουν / να παρκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε παρκαρισμένο / πάρκαρε / παρκάρισε | — | — | παρκάρετε / παρκαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παρκαρίστηκαπαρκάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →