παρλαπίπα
•
- η ανοητολογία και η κομπαστική φλυαρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρλαπίπα < γερμανική Paperlapapp (=φλυαρία) < (ηχομιμητική λέξη) (με επίδραση των λέξεων πάρλα & πίπα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρλαπίπα | παρλαπίπες |
| Γενική | παρλαπίπας | — |
| Αιτιατική | παρλαπίπα | παρλαπίπες |
| Κλητική | παρλαπίπα | παρλαπίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →