παρλαπίπας
•
- μειωτικόαυτός που μιλάει πολύ και κουράζει τους άλλους με τα λεγόμενά του και πετάγεται χωρίς να του απευθύνουν το λόγο (συνήθως σαχλαμάρες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρλαπίπας < παρλαπίπα + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρλαπίπας | παρλαπίπες |
| Γενική | παρλαπίπα | παρλαπιπών |
| Αιτιατική | παρλαπίπα | παρλαπίπες |
| Κλητική | παρλαπίπα | παρλαπίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →