παρμένος
•
- που τον έχουν πάρει Βικιλεξικό
- Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του. (Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912)
- που τον έχουν πάρει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησακάτικος, παράλυτος, με σωματικές βλάβες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάμυαλος, διανοητικά καθυστερημένος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παίρνω
Άλλοι τύποι
παρμέναπαρμένεπαρμένεςπαρμένηπαρμένηςπαρμένοπαρμένοιπαρμένοςπαρμένουπαρμένουςπαρμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →