Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροικούντες

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. όσοι παροικούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροικούντες < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροικοῦντες, μετοχή ενεστώτα του παροικῶ (ὁ παροικῶν, ἡ παροικοῦσα, τὸ παροικοῦν) συνηρημένου τύπου του παροικέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαροικούντεςπαροικούντες
Γενική—παροικούντων
Αιτιατική—παροικούντες
Κλητική—παροικούντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →