παροπλίζω
•
- ναυτικός όροςαφαιρώ τον εξοπλισμό ενός πλοίου και το αποσύρω από την ενεργό δράση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποσύρω από την ενεργό δράση ή λειτουργία κάποιο όχημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποσύρω από την ενεργό δράση ή υπηρεσία κάποιον υπάλληλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παροπλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροπλίζω < παρά + αρχαία ελληνική ὁπλίζω < ὅπλον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παροπλίζω | παροπλίζεις | παροπλίζει | παροπλίζουμε | παροπλίζετε | παροπλίζουν / παροπλίζουνε |
| Παρατατικός | παρόπλιζα | παρόπλιζες | παρόπλιζε | παροπλίζαμε | παροπλίζατε | παροπλίζαν / παροπλίζανε / παρόπλιζαν |
| Αόριστος | παρόπλισα | παρόπλισες | παρόπλισε | παροπλίσαμε | παροπλίσατε | παροπλίσαν / παροπλίσανε / παρόπλισαν |
| Μέλλοντας | θα παροπλίζω / θα παροπλίσω | θα παροπλίζεις / θα παροπλίσεις | θα παροπλίζει / θα παροπλίσει | θα παροπλίζουμε / θα παροπλίσουμε | θα παροπλίζετε / θα παροπλίσετε | θα παροπλίζουν / θα παροπλίζουνε / θα παροπλίσουν / θα παροπλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παροπλίσει | έχεις παροπλίσει | έχει παροπλίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παροπλίσει | είχες παροπλίσει | είχε παροπλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παροπλίσει / να παροπλίζω / να παροπλίσω | να έχεις παροπλίσει / να παροπλίζεις / να παροπλίσεις | να έχει παροπλίσει / να παροπλίζει / να παροπλίσει | να παροπλίζουμε / να παροπλίσουμε | να παροπλίζετε / να παροπλίσετε | να παροπλίζουν / να παροπλίζουνε / να παροπλίσουν / να παροπλίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε παροπλισμένο / παρόπλιζε / παρόπλισε | — | — | παροπλίζετε / παροπλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παροπλίστηκαπαροπλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →