Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παροπλίζω

/pa.ɾoˈpli.zo/ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςαφαιρώ τον εξοπλισμό ενός πλοίου και το αποσύρω από την ενεργό δράση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποσύρω από την ενεργό δράση ή λειτουργία κάποιο όχημα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαποσύρω από την ενεργό δράση ή υπηρεσία κάποιον υπάλληλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παροπλίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παροπλίζω < παρά + αρχαία ελληνική ὁπλίζω < ὅπλον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαροπλίζωπαροπλίζειςπαροπλίζειπαροπλίζουμεπαροπλίζετεπαροπλίζουν / παροπλίζουνε
Παρατατικόςπαρόπλιζαπαρόπλιζεςπαρόπλιζεπαροπλίζαμεπαροπλίζατεπαροπλίζαν / παροπλίζανε / παρόπλιζαν
Αόριστοςπαρόπλισαπαρόπλισεςπαρόπλισεπαροπλίσαμεπαροπλίσατεπαροπλίσαν / παροπλίσανε / παρόπλισαν
Μέλλονταςθα παροπλίζω / θα παροπλίσωθα παροπλίζεις / θα παροπλίσειςθα παροπλίζει / θα παροπλίσειθα παροπλίζουμε / θα παροπλίσουμεθα παροπλίζετε / θα παροπλίσετεθα παροπλίζουν / θα παροπλίζουνε / θα παροπλίσουν / θα παροπλίσουνε
Παρακείμενοςέχω παροπλίσειέχεις παροπλίσειέχει παροπλίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα παροπλίσειείχες παροπλίσειείχε παροπλίσει———
Υποτακτικήνα έχω παροπλίσει / να παροπλίζω / να παροπλίσωνα έχεις παροπλίσει / να παροπλίζεις / να παροπλίσειςνα έχει παροπλίσει / να παροπλίζει / να παροπλίσεινα παροπλίζουμε / να παροπλίσουμενα παροπλίζετε / να παροπλίσετενα παροπλίζουν / να παροπλίζουνε / να παροπλίσουν / να παροπλίσουνε
Προστακτική—έχε παροπλισμένο / παρόπλιζε / παρόπλισε——παροπλίζετε / παροπλίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

παροπλίστηκαπαροπλίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →