παρόπλιση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παροπλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρόπλιση < παροπλίζω + -ση < ελληνιστική κοινή παροπλίζω < παρά + αρχαία ελληνική ὁπλίζω < ὅπλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρόπλιση | παροπλίσεις |
| Γενική | παρόπλισης | παροπλίσεων |
| Αιτιατική | παρόπλιση | παροπλίσεις |
| Κλητική | παρόπλιση | παροπλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →