παρορμώ
•
- λόγιοπαρακινώ, προτρέπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρορμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρορμάω / παρορμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παρορμώ | παρορμείς | παρορμεί | παρορμούμε | παρορμείτε | παρορμούν / παρορμούνε |
| Παρατατικός | παρορμούσα | παρορμούσες | παρορμούσε | παρορμούσαμε | παρορμούσατε | παρορμούσαν / παρορμούσανε |
| Αόριστος | παρόρμησα | παρόρμησες | παρόρμησε | παρορμήσαμε | παρορμήσατε | παρορμήσαν / παρορμήσανε / παρόρμησαν |
| Μέλλοντας | θα παρορμήσω / θα παρορμώ | θα παρορμήσεις / θα παρορμείς | θα παρορμήσει / θα παρορμεί | θα παρορμήσουμε / θα παρορμούμε | θα παρορμήσετε / θα παρορμείτε | θα παρορμήσουν / θα παρορμήσουνε / θα παρορμούν / θα παρορμούνε |
| Παρακείμενος | έχω παρορμήσει | έχεις παρορμήσει | έχει παρορμήσει | έχουμε παρορμήσει | έχετε παρορμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παρορμήσει | είχες παρορμήσει | είχε παρορμήσει | είχαμε παρορμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παρορμήσει / να παρορμήσω / να παρορμώ | να έχεις παρορμήσει / να παρορμήσεις / να παρορμείς | να έχει παρορμήσει / να παρορμήσει / να παρορμεί | να έχουμε παρορμήσει / να παρορμήσουμε / να παρορμούμε | να έχετε παρορμήσει / να παρορμήσετε / να παρορμείτε | να παρορμήσουν / να παρορμήσουνε / να παρορμούν / να παρορμούνε |
| Προστακτική | — | παρόρμει / παρόρμησε | — | — | παρορμήστε / παρορμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →