Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθαρρυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποθαρρύνει, που έχει σχέση με την αποθάρρυνση, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθαρρυντικός < αποθαρρύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθαρρυντικόςαποθαρρυντικήαποθαρρυντικό
Γενικήαποθαρρυντικούαποθαρρυντικήςαποθαρρυντικού
Αιτιατικήαποθαρρυντικόαποθαρρυντικήαποθαρρυντικό
Κλητικήαποθαρρυντικέαποθαρρυντικήαποθαρρυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθαρρυντικοίαποθαρρυντικέςαποθαρρυντικά
Γενικήαποθαρρυντικώναποθαρρυντικώναποθαρρυντικών
Αιτιατικήαποθαρρυντικούςαποθαρρυντικέςαποθαρρυντικά
Κλητικήαποθαρρυντικοίαποθαρρυντικέςαποθαρρυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →