παρωδιακός
•
- σχετικός με παρωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρωδιακός < παρωδία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρωδιακός | παρωδιακή | παρωδιακό |
| Γενική | παρωδιακού | παρωδιακής | παρωδιακού |
| Αιτιατική | παρωδιακό | παρωδιακή | παρωδιακό |
| Κλητική | παρωδιακέ | παρωδιακή | παρωδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παρωδιακοί | παρωδιακές | παρωδιακά |
| Γενική | παρωδιακών | παρωδιακών | παρωδιακών |
| Αιτιατική | παρωδιακούς | παρωδιακές | παρωδιακά |
| Κλητική | παρωδιακοί | παρωδιακές | παρωδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →