Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρωτίτιδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηείδος αρρώστιας όπου εμφανίζεται φλεγμονή της παρωτίδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρωτίτιδα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική parotidite < parotide < αρχαία ελληνική παρά + οὖς. Αναλύεται σε παρ- + ωτ- + -ίτιδα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρωτίτιδαπαρωτίτιδες
Γενικήπαρωτίτιδαςπαρωτίτιδων
Αιτιατικήπαρωτίτιδαπαρωτίτιδες
Κλητικήπαρωτίτιδαπαρωτίτιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →