παρότρυνση
•
- η ενέργεια του παροτρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρότρυνση < (καθαρεύουσα) παρότρυνσις < παροτρύνω + -ση/-σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρότρυνση | παροτρύνσεις |
| Γενική | παρότρυνσης | παροτρύνσεων |
| Αιτιατική | παρότρυνση | παροτρύνσεις |
| Κλητική | παρότρυνση | παροτρύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →