Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προτροπή

/pɾo.tɾoˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παρακίνηση με λόγια, συμβουλές, κίνητρα κλπ Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήστην διεπαφή γραμμής εντολής η αναμονή για πληκτρολόγηση εντολής σε λειτουργικό σύστημα ή άλλο πρόγραμμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προτροπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προτροπή < προτρέπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροτροπήπροτροπές
Γενικήπροτροπήςπροτροπών
Αιτιατικήπροτροπήπροτροπές
Κλητικήπροτροπήπροτροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →