προτροπή
•
- η παρακίνηση με λόγια, συμβουλές, κίνητρα κλπ Βικιλεξικό
- πληροφορικήστην διεπαφή γραμμής εντολής η αναμονή για πληκτρολόγηση εντολής σε λειτουργικό σύστημα ή άλλο πρόγραμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προτροπή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προτροπή < προτρέπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προτροπή | προτροπές |
| Γενική | προτροπής | προτροπών |
| Αιτιατική | προτροπή | προτροπές |
| Κλητική | προτροπή | προτροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →