παρ' ελπίδα
•
- παρά την ελπίδα (που είχαμε), χωρίς να περιμένουμε ή να ελπίζουμε το ανέλπιστο, παρ' όλα τα προγνωστικά Βικιλεξικό
- Γι αυτό ρώτησα και στο γραφείο, μήπως παρ' ελπίδα βρω άκρη...
Ετυμολογία
παρ' ελπίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρ' ἐλπίδα < παρά & ἐλπίδα, αιτιατική ενικού του ἐλπίς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →