πασάς
•
- οθωμανικός τίτλος αξιωματούχου Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books
- μεταφορικάαυτός που ζει μέσα στις ανέσεις Βικιλεξικό
- Τον έχει η μάνα του πασά στα Γιάννενα.
- προσφώνησησε αγαπημένο μας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πασάς / πασᾶς / < οθωμανική τουρκική پاشا (pāšā) (τουρκική paşa) < περσική پادشاه (pādšāh, βασιλιάς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πασάς | πασάδες |
| Γενική | πασά | πασάδων |
| Αιτιατική | πασά | πασάδες |
| Κλητική | πασά | πασάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →