Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασιφανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοολοφάνερος, φανερός σε όλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασιφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πασιφανής < πασι- (πᾶσι, δοτική πληθυντικού τού πᾶς) + φαν- (< φαίνω/φαίνομαι) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασιφανήςπασιφανήςπασιφανές
Γενικήπασιφανούςπασιφανούςπασιφανούς
Αιτιατικήπασιφανήπασιφανήπασιφανές
Κλητικήπασιφανή / πασιφανήςπασιφανήςπασιφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασιφανείςπασιφανείςπασιφανή
Γενικήπασιφανώνπασιφανώνπασιφανών
Αιτιατικήπασιφανείςπασιφανείςπασιφανή
Κλητικήπασιφανείςπασιφανείςπασιφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →