Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασιφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η θεωρία που πρεσβεύει ότι η ανθρώπινη επικοινωνία πρέπει να καθορίζεται από ειρηνικές παρά από βίαιες ή εμπόλεμες σχέσεις και οι διαφορές πρέπει να διευθετούνται με ειρηνικά μέσα Βικιλεξικό
    • Πίστευα και εγώ τότε στον πασιφισμό, γιατί φανταζόμουνα ότι θα διαδοθεί το ίδιο σε όλα τα έθνη· είχα υποτιμήσει την ορμή του γερμανικού καταχτητικού ένστιχτου (Άλκης Θρύλος, Το Ελληνικό Θέατρο, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Ακαδημία Αθηνών, 1978, σελ. 26)

Ετυμολογία

πασιφισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική pacifisme + -ισμός < pacifique < λατινική pacificus < pax (ειρήνη) + facio (κάνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπασιφισμόςπασιφισμοί
Γενικήπασιφισμούπασιφισμών
Αιτιατικήπασιφισμόπασιφισμούς
Κλητικήπασιφισμέπασιφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →