Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πασιφιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με τον πασιφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πασιφιστικός < πασιφιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασιφιστικόςπασιφιστικήπασιφιστικό
Γενικήπασιφιστικούπασιφιστικήςπασιφιστικού
Αιτιατικήπασιφιστικόπασιφιστικήπασιφιστικό
Κλητικήπασιφιστικέπασιφιστικήπασιφιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπασιφιστικοίπασιφιστικέςπασιφιστικά
Γενικήπασιφιστικώνπασιφιστικώνπασιφιστικών
Αιτιατικήπασιφιστικούςπασιφιστικέςπασιφιστικά
Κλητικήπασιφιστικοίπασιφιστικέςπασιφιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →