πασιφιστικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με τον πασιφισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πασιφιστικός < πασιφιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πασιφιστικός | πασιφιστική | πασιφιστικό |
| Γενική | πασιφιστικού | πασιφιστικής | πασιφιστικού |
| Αιτιατική | πασιφιστικό | πασιφιστική | πασιφιστικό |
| Κλητική | πασιφιστικέ | πασιφιστική | πασιφιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πασιφιστικοί | πασιφιστικές | πασιφιστικά |
| Γενική | πασιφιστικών | πασιφιστικών | πασιφιστικών |
| Αιτιατική | πασιφιστικούς | πασιφιστικές | πασιφιστικά |
| Κλητική | πασιφιστικοί | πασιφιστικές | πασιφιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →