πατέρας
•
- οικογένειαάντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει Βικιλεξικό
- Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)
- πληθυντικόςπατέρες: οι πρόγονοι Βικιλεξικό
- μεταφορικάο θεμελιωτής μιας επιστήμης Βικιλεξικό
- προσφώνηση για ιερέα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πατήρ
Ετυμολογία
πατέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πατέρας < αρχαία ελληνική πατήρ από την αιτιατική ενικού «τὸν πατέρα» < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *patḗr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατέρας | πατέρες / πατεράδες |
| Γενική | πατέρα / πατρός | πατέρων / πατεράδων |
| Αιτιατική | πατέρα | πατέρες / πατεράδες |
| Κλητική | πάτερ / πατέρα | πατέρες / πατεράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →