πατατάκι
•
- κομμάτι πατάτας τεμαχισμένης (συνήθως σε ροδέλες ή paille) και τηγανισμένης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατατάκι < πατάτ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατατάκι | πατατάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πατατάκι | πατατάκια |
| Κλητική | πατατάκι | πατατάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →