πατάτα
•
- φυτόσυνώνυμο του πατατιά Βικιλεξικό
- ο κόνδυλος του φυτού της πατατιάς Βικιλεξικό
- τρόφιμομαγειρεμένος ο κόνδυλος της πατατιάς Βικιλεξικό
- σκωπτικόκαθετί με χοντροκομμένο σχήμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλο λάθος ή γκάφα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που δεν έχει αξία ή ενδιαφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατάτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική patata < ισπανική patata / batata < ταΐνο batata
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατάτα | πατάτες |
| Γενική | πατάτας | πατατών |
| Αιτιατική | πατάτα | πατάτες |
| Κλητική | πατάτα | πατάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →