πατατιά
•
- φυτότο ποώδες φυτό με την επιστημονική ονομασία Solanum tuberosum (Στρύχνον το κονδυλόρριζον) του οποίου οι κόνδυλοι (υπόγειοι βλαστοί) είναι εδώδιμοι και ονομάζονται πατάτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατατιά < πατάτ(α) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατατιά | πατατιές |
| Γενική | πατατιάς | πατατιών |
| Αιτιατική | πατατιά | πατατιές |
| Κλητική | πατατιά | πατατιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →