πατικώνω
•
- πιέζω / συμπιέζω κάτι, ώστε να έχει λιγότερο όγκο και να χωράει σε μικρότερο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατικώνω < μεσαιωνική ελληνική πατίκιν < αρχαία ελληνική πατέω / πατῶ < πάτος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πατικώνω | πατικώνεις | πατικώνει | πατικώνουμε | πατικώνετε | πατικώνουν / πατικώνουνε |
| Παρατατικός | πατίκωνα | πατίκωνες | πατίκωνε | πατικώναμε | πατικώνατε | πατίκωναν / πατικώναν / πατικώνανε |
| Αόριστος | πατίκωσα | πατίκωσες | πατίκωσε | πατικώσαμε | πατικώσατε | πατίκωσαν / πατικώσαν / πατικώσανε |
| Μέλλοντας | θα πατικώνω / θα πατικώσω | θα πατικώνεις / θα πατικώσεις | θα πατικώνει / θα πατικώσει | θα πατικώνουμε / θα πατικώσουμε | θα πατικώνετε / θα πατικώσετε | θα πατικώνουν / θα πατικώνουνε / θα πατικώσουν / θα πατικώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πατικώσει | έχεις πατικώσει | έχει πατικώσει | έχουμε πατικώσει | έχετε πατικώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πατικώσει | είχες πατικώσει | είχε πατικώσει | είχαμε πατικώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πατικώσει / να πατικώνω / να πατικώσω | να έχεις πατικώσει / να πατικώνεις / να πατικώσεις | να έχει πατικώσει / να πατικώνει / να πατικώσει | να έχουμε πατικώσει / να πατικώνουμε / να πατικώσουμε | να έχετε πατικώσει / να πατικώνετε / να πατικώσετε | να πατικώνουν / να πατικώνουνε / να πατικώσουν / να πατικώσουνε |
| Προστακτική | — | πατίκωνε / πατίκωσε | — | — | πατικώνετε / πατικώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →