Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατινάρω

ρήμα
•
  1. κάνω πατινάζ Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηολισθαίνω Βικιλεξικό
  3. συντελώ στον σχηματισμό πατίνας σε επιφάνεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατινάρω < πατίνι + -άρω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική patiner ή (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική pattinare)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →