πατινάρω
•
- κάνω πατινάζ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηολισθαίνω Βικιλεξικό
- συντελώ στον σχηματισμό πατίνας σε επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατινάρω < πατίνι + -άρω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική patiner ή (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική pattinare)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →