Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατρογονικός

/pa.tɾo.ɣo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους προγόνους, προέρχεται απ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
    • Στο σπίτι βρήκα τα όπλα τα πατρογονικά και το πιστόλι του μακαρίτη του πατέρα μου μέσα στην κασέλα. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)
  2. ουσιαστικοποιημένοπατρογονικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατρογονικός < πατρο- + γονικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρογονικόςπατρογονικήπατρογονικό
Γενικήπατρογονικούπατρογονικήςπατρογονικού
Αιτιατικήπατρογονικόπατρογονικήπατρογονικό
Κλητικήπατρογονικέπατρογονικήπατρογονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπατρογονικοίπατρογονικέςπατρογονικά
Γενικήπατρογονικώνπατρογονικώνπατρογονικών
Αιτιατικήπατρογονικούςπατρογονικέςπατρογονικά
Κλητικήπατρογονικοίπατρογονικέςπατρογονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →