πατρογονικός
•
- που έχει σχέση με τους προγόνους, προέρχεται απ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- Στο σπίτι βρήκα τα όπλα τα πατρογονικά και το πιστόλι του μακαρίτη του πατέρα μου μέσα στην κασέλα. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)
- ουσιαστικοποιημένοπατρογονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατρογονικός < πατρο- + γονικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρογονικός | πατρογονική | πατρογονικό |
| Γενική | πατρογονικού | πατρογονικής | πατρογονικού |
| Αιτιατική | πατρογονικό | πατρογονική | πατρογονικό |
| Κλητική | πατρογονικέ | πατρογονική | πατρογονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατρογονικοί | πατρογονικές | πατρογονικά |
| Γενική | πατρογονικών | πατρογονικών | πατρογονικών |
| Αιτιατική | πατρογονικούς | πατρογονικές | πατρογονικά |
| Κλητική | πατρογονικοί | πατρογονικές | πατρογονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →