πατροτοπικός
•
- κοινωνιολογίαπου αφορά σχέση στην οποία μεγάλη σημασία έχει ο τόπος καταγωγής ή διαμονής του άντρα (ή του πατέρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατροτοπικός < πατρο- + τοπικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική patrilocal)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατροτοπικός | πατροτοπική | πατροτοπικό |
| Γενική | πατροτοπικού | πατροτοπικής | πατροτοπικού |
| Αιτιατική | πατροτοπικό | πατροτοπική | πατροτοπικό |
| Κλητική | πατροτοπικέ | πατροτοπική | πατροτοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πατροτοπικοί | πατροτοπικές | πατροτοπικά |
| Γενική | πατροτοπικών | πατροτοπικών | πατροτοπικών |
| Αιτιατική | πατροτοπικούς | πατροτοπικές | πατροτοπικά |
| Κλητική | πατροτοπικοί | πατροτοπικές | πατροτοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →