πατρόν
•
- ενδυμασίασχεδίασμα σε χαρτί ή άλλο υλικό που το χρησιμοποιούν ως υπόδειγμα για την κατασκευή ενδυμάτων ή για να κόψουν κάτι στο σχήμα του σχεδιάσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατρόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική patron < λατινική patronus < pater < πρωτοϊταλική *patēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →