πατσαβούρα
•
- τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε βρόμικο, παλιό ή άχρηστο ύφασμα (ή άλλο υλικό) Βικιλεξικό
- μεταφορικάγυναίκα, υπονοώντας ότι είναι άχρηστη, χωρίς αξία Βικιλεξικό
- - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)
- μεταφορικάεφημερίδα κίτρινου τύπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πατσαβούρα < βενετική spazzadura (ιταλικά spazzatura) < spazzare < λατινική spatiari, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος spatior < spatium < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speh₁- (τεντώνω, τραβώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατσαβούρα | πατσαβούρες |
| Γενική | πατσαβούρας | — |
| Αιτιατική | πατσαβούρα | πατσαβούρες |
| Κλητική | πατσαβούρα | πατσαβούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →