Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πατσαβούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοποιοδήποτε βρόμικο, παλιό ή άχρηστο ύφασμα (ή άλλο υλικό) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγυναίκα, υπονοώντας ότι είναι άχρηστη, χωρίς αξία Βικιλεξικό
    • - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)
  4. μεταφορικάεφημερίδα κίτρινου τύπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πατσαβούρα < βενετική spazzadura (ιταλικά spazzatura) < spazzare < λατινική spatiari, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος spatior < spatium < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speh₁- (τεντώνω, τραβώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπατσαβούραπατσαβούρες
Γενικήπατσαβούρας—
Αιτιατικήπατσαβούραπατσαβούρες
Κλητικήπατσαβούραπατσαβούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →