παύω
•
- μεταβατικόσταματάω, διακόπτω Βικιλεξικό
- αμετάβατοτελειώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοσταματάω Βικιλεξικό
- μεταβατικόαπολύω από την υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παύω | παύεις | παύει | παύουμε | παύετε | παύουν / παύουνε |
| Παρατατικός | έπαυα | έπαυες | έπαυε | παύαμε | παύατε | παύαν / παύανε / έπαυαν |
| Αόριστος | έπαψα | έπαψες | έπαψε | πάψαμε | πάψατε | πάψαν / πάψανε / έπαψαν |
| Μέλλοντας | θα πάψω / θα παύω | θα πάψεις / θα παύεις | θα πάψει / θα παύει | θα πάψουμε / θα παύουμε | θα πάψετε / θα παύετε | θα πάψουν / θα πάψουνε / θα παύουν / θα παύουνε |
| Παρακείμενος | έχω πάψει | έχεις πάψει | έχει πάψει | έχουμε πάψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πάψει | είχες πάψει | είχε πάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πάψει / να πάψω / να παύω | να πάψεις / να παύεις / να έχεις πάψει | να πάψει / να παύει / να έχει πάψει | να πάψουμε / να έχουμε πάψει / να παύουμε | να πάψετε / να παύετε | να πάψουν / να πάψουνε / να παύουν / να παύουνε |
| Προστακτική | — | πάψε / παύε / έχε παυμένο | — | — | πάψτε / παύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παύθηκαπαύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →