πεδιλοποιείο
•
- η βιοτεχνία που κατασκευάζει πέδιλα (σανδάλια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιλοποιείο < πέδιλ(ο) + -ο- + -ποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεδιλοποιείο | πεδιλοποιεία |
| Γενική | πεδιλοποιείου | πεδιλοποιείων |
| Αιτιατική | πεδιλοποιείο | πεδιλοποιεία |
| Κλητική | πεδιλοποιείο | πεδιλοποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →