Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεδιλώνω

ρήμα
•
  1. κατασκευάζω πέδιλα οικοδομής ή (γενικότερα) πέδιλα στήριξης ή τα προσαρμόζω σε αντικείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεδιλώνω < πέδιλο + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεδιλώνωπεδιλώνειςπεδιλώνειπεδιλώνουμεπεδιλώνετεπεδιλώνουν / πεδιλώνουνε
Παρατατικόςπεδίλωναπεδίλωνεςπεδίλωνεπεδιλώναμεπεδιλώνατεπεδίλωναν / πεδιλώναν / πεδιλώνανε
Αόριστοςπεδίλωσαπεδίλωσεςπεδίλωσεπεδιλώσαμεπεδιλώσατεπεδίλωσαν / πεδιλώσαν / πεδιλώσανε
Μέλλονταςθα πεδιλώνω / θα πεδιλώσωθα πεδιλώνεις / θα πεδιλώσειςθα πεδιλώνει / θα πεδιλώσειθα πεδιλώνουμε / θα πεδιλώσουμεθα πεδιλώνετε / θα πεδιλώσετεθα πεδιλώνουν / θα πεδιλώνουνε / θα πεδιλώσουν / θα πεδιλώσουνε
Παρακείμενοςέχω πεδιλώσειέχεις πεδιλώσειέχει πεδιλώσειέχουμε πεδιλώσειέχετε πεδιλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πεδιλώσειείχες πεδιλώσειείχε πεδιλώσειείχαμε πεδιλώσει——
Υποτακτικήνα έχω πεδιλώσει / να πεδιλώνω / να πεδιλώσωνα έχεις πεδιλώσει / να πεδιλώνεις / να πεδιλώσειςνα έχει πεδιλώσει / να πεδιλώνει / να πεδιλώσεινα έχουμε πεδιλώσει / να πεδιλώνουμε / να πεδιλώσουμενα έχετε πεδιλώσει / να πεδιλώνετε / να πεδιλώσετενα πεδιλώνουν / να πεδιλώνουνε / να πεδιλώσουν / να πεδιλώσουνε
Προστακτική—πεδίλωνε / πεδίλωσε——πεδιλώνετε / πεδιλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →