πεδιλώνω
•
- κατασκευάζω πέδιλα οικοδομής ή (γενικότερα) πέδιλα στήριξης ή τα προσαρμόζω σε αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεδιλώνω < πέδιλο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεδιλώνω | πεδιλώνεις | πεδιλώνει | πεδιλώνουμε | πεδιλώνετε | πεδιλώνουν / πεδιλώνουνε |
| Παρατατικός | πεδίλωνα | πεδίλωνες | πεδίλωνε | πεδιλώναμε | πεδιλώνατε | πεδίλωναν / πεδιλώναν / πεδιλώνανε |
| Αόριστος | πεδίλωσα | πεδίλωσες | πεδίλωσε | πεδιλώσαμε | πεδιλώσατε | πεδίλωσαν / πεδιλώσαν / πεδιλώσανε |
| Μέλλοντας | θα πεδιλώνω / θα πεδιλώσω | θα πεδιλώνεις / θα πεδιλώσεις | θα πεδιλώνει / θα πεδιλώσει | θα πεδιλώνουμε / θα πεδιλώσουμε | θα πεδιλώνετε / θα πεδιλώσετε | θα πεδιλώνουν / θα πεδιλώνουνε / θα πεδιλώσουν / θα πεδιλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεδιλώσει | έχεις πεδιλώσει | έχει πεδιλώσει | έχουμε πεδιλώσει | έχετε πεδιλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεδιλώσει | είχες πεδιλώσει | είχε πεδιλώσει | είχαμε πεδιλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεδιλώσει / να πεδιλώνω / να πεδιλώσω | να έχεις πεδιλώσει / να πεδιλώνεις / να πεδιλώσεις | να έχει πεδιλώσει / να πεδιλώνει / να πεδιλώσει | να έχουμε πεδιλώσει / να πεδιλώνουμε / να πεδιλώσουμε | να έχετε πεδιλώσει / να πεδιλώνετε / να πεδιλώσετε | να πεδιλώνουν / να πεδιλώνουνε / να πεδιλώσουν / να πεδιλώσουνε |
| Προστακτική | — | πεδίλωνε / πεδίλωσε | — | — | πεδιλώνετε / πεδιλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →