πέδιλο
•
- υπόδησηείδος υποδήματος, ανοιχτού (συνήθως) στο επάνω μέρος Βικιλεξικό
- υπόδησηπαρόμοιο υπόδημα ειδικής κατασκευής για συγκεκριμένες δραστηριότητες Βικιλεξικό
- πεντάλι, πεντάλ, ποδόπληκτρο Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήβάση Βικιλεξικό
- βάση Βικιλεξικό
- βάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέδιλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέδιλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds + -ιλον (πόδι) : για τη βάση στήριξης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sabot
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέδιλο | πέδιλα |
| Γενική | πέδιλου | πέδιλων |
| Αιτιατική | πέδιλο | πέδιλα |
| Κλητική | πέδιλο | πέδιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →