Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεζοδρομώ

/pe.zo.ðɾoˈmo/ρήμα
•
  1. μετατρέπω αυτοκινητόδρομο σε πεζόδρομο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεζοδρομώ < πεζόδρομος < μεσαιωνική ελληνική πεζοδρόμος < αρχαία ελληνική πεζός + δρόμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεζοδρομώπεζοδρομείςπεζοδρομείπεζοδρομούμεπεζοδρομείτεπεζοδρομούν / πεζοδρομούνε
Παρατατικόςπεζοδρομούσαπεζοδρομούσεςπεζοδρομούσεπεζοδρομούσαμεπεζοδρομούσατεπεζοδρομούσαν / πεζοδρομούσανε
Αόριστοςπεζοδρόμησαπεζοδρόμησεςπεζοδρόμησεπεζοδρομήσαμεπεζοδρομήσατεπεζοδρομήσαν / πεζοδρομήσανε / πεζοδρόμησαν
Μέλλονταςθα πεζοδρομήσω / θα πεζοδρομώθα πεζοδρομήσεις / θα πεζοδρομείςθα πεζοδρομήσει / θα πεζοδρομείθα πεζοδρομήσουμε / θα πεζοδρομούμεθα πεζοδρομήσετε / θα πεζοδρομείτεθα πεζοδρομήσουν / θα πεζοδρομήσουνε / θα πεζοδρομούν / θα πεζοδρομούνε
Παρακείμενοςέχω πεζοδρομήσειέχεις πεζοδρομήσειέχει πεζοδρομήσειέχουμε πεζοδρομήσειέχετε πεζοδρομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πεζοδρομήσειείχες πεζοδρομήσειείχε πεζοδρομήσειείχαμε πεζοδρομήσει——
Υποτακτικήνα έχω πεζοδρομήσει / να πεζοδρομήσω / να πεζοδρομώνα έχεις πεζοδρομήσει / να πεζοδρομήσεις / να πεζοδρομείςνα έχει πεζοδρομήσει / να πεζοδρομήσει / να πεζοδρομείνα έχουμε πεζοδρομήσει / να πεζοδρομήσουμε / να πεζοδρομούμενα έχετε πεζοδρομήσει / να πεζοδρομήσετε / να πεζοδρομείτενα πεζοδρομήσουν / να πεζοδρομήσουνε / να πεζοδρομούν / να πεζοδρομούνε
Προστακτική—πεζοδρόμει / πεζοδρόμησε——πεζοδρομήστε / πεζοδρομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →