πεζοπορώ
•
- είμαι πεζοπόρος, μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλον πεζός, με τα πόδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεζοπορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεζοπορῶ, συνηρημένος τύπος του πεζοπορέω. Συγχρονικά αναλύεται σε πεζο- + -πορώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεζοπορώ | πεζοπορείς | πεζοπορεί | πεζοπορούμε | πεζοπορείτε | πεζοπορούν / πεζοπορούνε |
| Παρατατικός | πεζοπορούσα | πεζοπορούσες | πεζοπορούσε | πεζοπορούσαμε | πεζοπορούσατε | πεζοπορούσαν / πεζοπορούσανε |
| Αόριστος | πεζοπόρησα | πεζοπόρησες | πεζοπόρησε | πεζοπορήσαμε | πεζοπορήσατε | πεζοπορήσαν / πεζοπορήσανε / πεζοπόρησαν |
| Μέλλοντας | θα πεζοπορήσω / θα πεζοπορώ | θα πεζοπορήσεις / θα πεζοπορείς | θα πεζοπορήσει / θα πεζοπορεί | θα πεζοπορήσουμε / θα πεζοπορούμε | θα πεζοπορήσετε / θα πεζοπορείτε | θα πεζοπορήσουν / θα πεζοπορήσουνε / θα πεζοπορούν / θα πεζοπορούνε |
| Παρακείμενος | έχω πεζοπορήσει | έχεις πεζοπορήσει | έχει πεζοπορήσει | έχουμε πεζοπορήσει | έχετε πεζοπορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεζοπορήσει | είχες πεζοπορήσει | είχε πεζοπορήσει | είχαμε πεζοπορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεζοπορήσει / να πεζοπορήσω / να πεζοπορώ | να έχεις πεζοπορήσει / να πεζοπορήσεις / να πεζοπορείς | να έχει πεζοπορήσει / να πεζοπορήσει / να πεζοπορεί | να έχουμε πεζοπορήσει / να πεζοπορήσουμε / να πεζοπορούμε | να έχετε πεζοπορήσει / να πεζοπορήσετε / να πεζοπορείτε | να πεζοπορήσουν / να πεζοπορήσουνε / να πεζοπορούν / να πεζοπορούνε |
| Προστακτική | — | πεζοπόρει / πεζοπόρησε | — | — | πεζοπορήστε / πεζοπορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →