Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελάτης

/peˈla.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. απόγονος απελευθέντων δούλων ή ξένοι που κατοικούσαν μόνιμα στην αρχαία Ρώμη Βικιλεξικό
  2. ο εξυπηρετούμενος, ο αγοραστής που επισκέπτεται ένα κατάστημα ή έναν ελεύθερο επαγγελματία για να αγοράσει αγαθά ή υπηρεσίες Βικιλεξικό
  3. αυτός που συχνάζει σε ένα κατάστημα Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήπρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που επικοινωνεί με έναν εξυπηρετητή (server), για να αντλήσει δεδομένα. Το ποιο γνωστό σε όλους πρόγραμμα πελάτης είναι ο φυλλομετρητής (web browser) Βικιλεξικό
    • υπερώνυμα: (αρχιτεκτονική) πελάτης-εξυπηρετητής
    • υπώνυμα: περιηγητής (web browser)

Ετυμολογία

πελάτης < αρχαία ελληνική πελάτης < πελάζω < πέλας < πρωτοελληνική *pélas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pélh₂-s < *pelh₂- (πλησιάζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπελάτηςπελάτες
Γενικήπελάτηπελατών
Αιτιατικήπελάτηπελάτες
Κλητικήπελάτηπελάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →