Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελατειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την πελατεία ή με τον πελάτη Βικιλεξικό
  2. πολιτικήπου αποσκοπεί στην αύξηση της επιρροής κάποιου χάρη σε δημαγωγικά μέσα ή την διανομή προνομίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελατειακός < πελατεί(α) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελατειακόςπελατειακήπελατειακό
Γενικήπελατειακούπελατειακήςπελατειακού
Αιτιατικήπελατειακόπελατειακήπελατειακό
Κλητικήπελατειακέπελατειακήπελατειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελατειακοίπελατειακέςπελατειακά
Γενικήπελατειακώνπελατειακώνπελατειακών
Αιτιατικήπελατειακούςπελατειακέςπελατειακά
Κλητικήπελατειακοίπελατειακέςπελατειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →