πελατειακός
•
- σχετικός με την πελατεία ή με τον πελάτη Βικιλεξικό
- πολιτικήπου αποσκοπεί στην αύξηση της επιρροής κάποιου χάρη σε δημαγωγικά μέσα ή την διανομή προνομίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πελατειακός < πελατεί(α) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πελατειακός | πελατειακή | πελατειακό |
| Γενική | πελατειακού | πελατειακής | πελατειακού |
| Αιτιατική | πελατειακό | πελατειακή | πελατειακό |
| Κλητική | πελατειακέ | πελατειακή | πελατειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πελατειακοί | πελατειακές | πελατειακά |
| Γενική | πελατειακών | πελατειακών | πελατειακών |
| Αιτιατική | πελατειακούς | πελατειακές | πελατειακά |
| Κλητική | πελατειακοί | πελατειακές | πελατειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →