πελεκάω
•
- αποκόπτω κομμάτια από υλικό (συνήθως ξύλο, ή λίθο) αλλάζοντας το σχήμα του Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκόπτω κομμάτια από υλικό (συνήθως ξύλο, ή λίθο) αλλάζοντας το σχήμα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πελεκάω < πελεκ(ώ) (< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πελεκῶ, συνηρημένος τύπος του πελεκάω) + σύγχρονη κατάληξη -άω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πελεκάω / πελεκώ | πελεκάς | πελεκά / πελεκάει | πελεκάμε / πελεκούμε | πελεκάτε | πελεκάν / πελεκάνε / πελεκούν / πελεκούνε |
| Παρατατικός | πελέκαγα / πελεκούσα | πελέκαγες / πελεκούσες | πελέκαγε / πελεκούσε | πελεκάγαμε / πελεκούσαμε | πελεκάγατε / πελεκούσατε | πελέκαγαν / πελεκάγανε / πελεκούσαν / πελεκούσανε |
| Αόριστος | πελέκησα | πελέκησες | πελέκησε | πελεκήσαμε | πελεκήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα πελεκάω / θα πελεκήσω / θα πελεκώ | θα πελεκάς / θα πελεκήσεις | θα πελεκά / θα πελεκάει / θα πελεκήσει | θα πελεκάμε / θα πελεκήσουμε / θα πελεκούμε | θα πελεκάτε / θα πελεκήσετε | θα πελεκάν / θα πελεκάνε / θα πελεκούν / θα πελεκούνε |
| Υποτακτική | να πελεκάω / να πελεκήσω / να πελεκώ | να πελεκάς / να πελεκήσεις | να πελεκά / να πελεκάει / να πελεκήσει | να πελεκάμε / να πελεκήσουμε / να πελεκούμε | να πελεκάτε / να πελεκήσετε | να πελεκάν / να πελεκάνε / να πελεκούν / να πελεκούνε |
| Προστακτική | — | πελέκα / πελέκαγε / πελέκησε | — | — | πελεκάτε / πελεκήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πελεκήθηκαπελεκιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →