Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελεκητός

/pe.le.ciˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πελεκημένος, που τον έχουν πελεκήσει με πελέκι ή άλλο εργαλείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πελεκητός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πελεκητός < (πελεκάω) πελεκη- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελεκητόςπελεκητήπελεκητό
Γενικήπελεκητούπελεκητήςπελεκητού
Αιτιατικήπελεκητόπελεκητήπελεκητό
Κλητικήπελεκητέπελεκητήπελεκητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελεκητοίπελεκητέςπελεκητά
Γενικήπελεκητώνπελεκητώνπελεκητών
Αιτιατικήπελεκητούςπελεκητέςπελεκητά
Κλητικήπελεκητοίπελεκητέςπελεκητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →