Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πελώριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. του οποίου οι διαστάσεις είναι εξαιρετικά μεγάλες Βικιλεξικό
    • Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)

Ετυμολογία

πελώριος < αρχαία ελληνική πελώριος < πέλωρ, «τέρας»

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελώριοςπελώριαπελώριο
Γενικήπελώριουπελώριαςπελώριου
Αιτιατικήπελώριοπελώριαπελώριο
Κλητικήπελώριεπελώριαπελώριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπελώριοιπελώριεςπελώρια
Γενικήπελώριωνπελώριωνπελώριων
Αιτιατικήπελώριουςπελώριεςπελώρια
Κλητικήπελώριοιπελώριεςπελώρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →