Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεποίθηση

/peˈpi.θi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βεβαιότητα Βικιλεξικό
  2. εμπιστοσύνη Βικιλεξικό
  3. πληθυντικόςπεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία, άποψη, γνώμη Βικιλεξικό
    • Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)

Ετυμολογία

πεποίθηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεποίθησις < αρχαία ελληνική πείθω (παρακείμενος μ.φ. πέποιθα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeydʰ- (εμπιστεύομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεποίθησηπεποιθήσεις
Γενικήπεποίθησηςπεποιθήσεων
Αιτιατικήπεποίθησηπεποιθήσεις
Κλητικήπεποίθησηπεποιθήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →