πεποίθηση
•
- βεβαιότητα Βικιλεξικό
- εμπιστοσύνη Βικιλεξικό
- πληθυντικόςπεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία, άποψη, γνώμη Βικιλεξικό
- Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
Ετυμολογία
πεποίθηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεποίθησις < αρχαία ελληνική πείθω (παρακείμενος μ.φ. πέποιθα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeydʰ- (εμπιστεύομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεποίθηση | πεποιθήσεις |
| Γενική | πεποίθησης | πεποιθήσεων |
| Αιτιατική | πεποίθηση | πεποιθήσεις |
| Κλητική | πεποίθηση | πεποιθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →