αυτοπεποίθηση
•
- η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι Βικιλεξικό
- Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)
- Ο Γιώργος έχει διαβάσει πολύ καλά για τις εξετάσεις, αλλά δυστυχώς του λείπει η αυτοπεποίθηση
Ετυμολογία
αυτοπεποίθηση < αυτο- + πεποίθηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-confidence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπεποίθηση | αυτοπεποιθήσεις |
| Γενική | αυτοπεποίθησης | αυτοπεποιθήσεων |
| Αιτιατική | αυτοπεποίθηση | αυτοπεποιθήσεις |
| Κλητική | αυτοπεποίθηση | αυτοπεποιθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →